ρύμμα

-ατος, τὸ, Α [ῥύπτω]
1. ουσία που, όταν μπαίνει στο νερό, συντελεί στο καλύτερο πλύσιμο τών ρούχων, όπως είναι η στάχτη, το σαπούνι κ.ά.
2. ακαθαρσία, ρύπος που αποβάλλεται με το πλύσιμο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥύμμα — anything used for washing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυμμάτων — ῥύμμα anything used for washing neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύμμασι — ῥύμμα anything used for washing neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύμμασιν — ῥύμμα anything used for washing neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύμματα — ῥύμμα anything used for washing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύμματι — ῥύμμα anything used for washing neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύμματος — ῥύμμα anything used for washing neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νίτρωμα — νίτρωμα, τὸ (Α) [νιτρώ] 1. στακτή κονία, αλισίβα («χαλέρυπον τὸ ῥύμμα τὸ ἀπὸ τοῡ νίτρου γινόμενον, ὅ τινες νίτρωμα λέγουσι», Ησύχ.) 2. πιτυρίδα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.